ματίζω — μάτισα, αυξάνω το μάκρος κάποιου πράγματος (σκοινιού, υφάσματος, δοκαριού κτλ.) προσθέτοντας κομμάτι από την ίδια ύλη: Μάτισαν τα δίχτυα πριν βγουν για ψάρεμα … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)
αμάτιστος — η, ο [ματίζω] 1. αυτός που δεν ματίστηκε, δεν αυξήθηκε με την προσθήκη νέου κομματιού 2. που δεν μπορεί να ματιστεί … Dictionary of Greek
ενθεματίζω — (Α ἐνθεματίζω) ενοφθαλμίζω, εγκεντρίζω, μπολιάζω νεοελλ. συμπληρώνω ξύλο ή αντικαθιστώ φθαρμένο μέρος του με προσθήκη, ματίζω, τσοντάρω αρχ. βάζω κάτι μέσα ή πάνω σε κάτι άλλο, αποθέτω, εμβάλλω … Dictionary of Greek
μάτισμα — το [ματίζω] το να μακραίνει κανείς ένα αντικείμενο, σχοινί ή ξύλο, με προσθήκη άλλου κομματιού από το ίδιο υλικό … Dictionary of Greek
ματισιά — η το μάτισμα*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ματίζω + κατάλ. ιά] … Dictionary of Greek
αμματίζω — βλ. ματίζω … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)